Γενικά στοιχεία Χωριού

 

 

Γεωγραφικά στοιχειά

 

Οι γεωγραφικές συντεταγμένες του χωριού της Τριάδας είναι ( 38°34'52.27"N - 23°42'46.54"E). Το υψόμετρο του κυμαίνεται μεταξύ των  100 – 135 μ. Βρίσκεται  23 χλμ. βορειονατολικά της Χαλκίδας (χρόνος διαδρομής 30΄) και 6 χλμ. ανατολικά από την έδρα του Δήμου Διρφύων-Μεσσαπίων, τα Ψαχνά(χρόνος διαδρομής  5΄).

 

Διοικητική Ιστορία

Το χωριό της Τριάδας αποτέλεσε επίσημα οικισμό το έτος 1836, του τότε Δήμου Μεσσαπίων και διατηρήθηκε για 4 χρόνια, όταν το 1840, μετά την κατάργηση του Δήμου, προσχώρησε στο Δήμο Χαλκιδέων. Για 26 ολόκληρα χρόνια ο οικισμός της Τριάδας άνηκε στα διοικητικά όρια της πόλης της Χαλκίδας. Το 1866, ο Δήμος της Χαλκίδας μετασχηματίστηκε σε δυο μικρότερους δήμους, το Δήμο Χαλκιδέων και Μεσσαπίων. Το 1912 ο οικισμός της Τριάδας, μετά τις αναθεωρήσεις των νόμων και τον εκσυγχρονισμό του κρατικού μηχανισμού, ενσωματώθηκε στο μετασχηματισμένο τότε Δήμο Μεσσαπίων, στην Κοινότητα Ψαχνών, στις 16/8/1912.

Στις 26 Σεπτέμβρη του 1946, για πρώτη φορά ο οικισμός πλέον αναβαθμίστηκε, αποσπάστηκε από τα Ψαχνά και αναγνωρίστηκε επισήμως ως Κοινότητα, με κύρια έδρα την Τριάδα. Μετά το πέρας, σχεδόν, μισού αιώνος, στις 4 Δεκεμβρίου 1997, η Κοινότητα καταργήθηκε μετά την προσάρτηση της Κοινότητας στο νέο Δήμο Μεσσαπίων, ο οποίος δημιουργήθηκε σύμφωνα με το Σχέδιο «Καποδίστριας», που ακολουθήθηκε με τη συνένωση δήμων και κοινοτήτων, έως το 2010. Πλέον, η Τριάδα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα δημοτικά διαμερίσματα, τόσο σε έκταση όσο και σε πληθυσμό (περίπου1500 κατοίκους), του νέου μετασχηματισμένου Δήμου Διρφύων – Μεσσαπίων, έπειτα της νέας διοικητικής διάρθρωσης του προγράμματος «Καλλικράτης» του Υπουργείου Εσωτερικών.

 

Ιστορικά στοιχεία

Το όνομα προέλευσης του χωριού, ακόμη, δεν έχει αποδειχθεί με ακριβή και αντικειμενικά στοιχεία. Σύμφωνα με μαρτυρίες και υποκειμενικές γραπτές πηγές, φανερώνονται δυο ερμηνείες. Μια εξ αυτών, φανερώνει, πως πρέπει να οφείλεται στο βυζαντινό ναό της Αγίας Τριάδας, ο οποίος βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του οικισμού και ακολούθως έδωσε το όνομά του στο χωριό. Μια άλλη θεωρία, την οποία πολλοί κάτοικοι πιστεύουν και θεωρούν ως την επικρατέστερη, είναι ότι οι τρεις κύριες δραστηριότητες/ ασχολίες των κατοίκων, η κτηνοτροφία, η γεωργία και η υλοτομία ενέπνευσαν τον ίδιο τον Κριεζώτη στην ονοματοδοσία του χωριού . Άνδρες, γυναίκες και μικρά παιδιά, δούλευαν σκληρά τη γη, πολλές ώρες την ημέρα και παρ’ όλα αυτά, οι συνθήκες διαβίωσης και επιβίωσης ήταν πολύ δύσκολες. Σκορπίζονταν στα χωράφια, τους λόγγους και τα δάση, ως γεωργοί, βοσκοί και ξυλοκόποι. Τα τρία χαρακτηριστικά και αντιπροσωπευτικά σύμβολα για την κάθε μια ασχολία, κοσμούν με ιδιαίτερο τρόπο το υπόλευκο μαρμάρινο επιστύλιο της κύριας εισόδου του αρχοντικού της οικογένειας Κριεζώτη, με ένα αριστοτεχνικό διασταυρούμενο ανάγλυφο μοτίβο. Το ανάγλυφο μοτίβο φέρει πέλεκυ, γκλίτσα και στάχυ.

 

μαρμάρινο επιστύλιο.png

 

Χωροταξικό Σχέδιο

 Το χωριό Τριάδα είναι χτισμένο πάνω σε λόφο, ενώ περιβάλλεται από απέραντες πεδινές εκτάσεις και στα βορειανατολικά της με δασικές εκτάσεις. Επί τουρκοκρατίας, η Τριάδα αποτελούσε τσιφλίκι , ενώ αργότερα  ένα τμήμα της δωρίστηκε στο Νικόλαο Κριεζώτη, ενώ το υπόλοιπο το αγόρασε ο ίδιος από τη χήρα του ναύαρχου Αντώνη Κριεζή το 1835 με δάνειο που του παραχώρησε η ελληνική κυβέρνηση.

Ως οικισμός αναγνωρίζεται  το 1836, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τότε σχηματίστηκε με τη χαρακτηριστική ρυμοτομία της που παρατηρείται μέχρι σήμερα.

Η Τριάδα ως οικισμός ήταν μικρού μεγέθους  και αποτελούνταν από ανθρώπους που κυρίως είχαν έρθει για να εργασθούν στα κτήματα του Κριεζώτη. Η ανάπτυξη του οικισμού και η συσσώρευση πληθυσμού με τα χωρικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα που την συνόδευαν, σε συνδυασμό με την ψήφιση του Νόμου (17-7/16-8-1923. «Περί Σχεδίων Πόλεων, Κωμών και Συνοικισμών του Κράτους και τηςοικοδομής αυτών») και μιας σειράς διαταγμάτων που αφορούσαν λεπτομέρειες του κτισίματος των οικοδομών, της υγιεινής των πόλεων, της ανταλλαγής οικοπέδων κ.α. αποτέλεσαν πιθανό εφαλτήριο για τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και τη ρυμοτομική χάραξη.

 

Κατά την ανοικοδόμηση των περισσότερων νεοελληνικών πόλεων, που ακολούθησε την εφαρμογή του νόμου, αναλάμβανε αρχικά το σχεδιασμό του αστικού χώρου η κυβέρνηση, οι νεοσύστατες αρχές την εφαρμογή του σχεδίου και η ιδιωτική πρωτοβουλία έδινε υλική υπόσταση στα σχέδια. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρχε άρχουσα τάξη που θα οργάνωνε το μνημειακό χώρο με πλατείες, εκκλησίες και σχολείο, παρά μόνο ο κύριος κάτοχός του- η οικογένεια Κριεζώτη- που θα αποφάσιζε για την οργάνωσή του χωρίς τεχνικούς περιορισμούς. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι  η οργάνωση του σχεδίου του χωριού δεν πρέπει να παρουσίαζε τις δυσχέρειες που παρατηρούνται στη διαρρύθμιση μιας ήδη κτισμένης πόλης.

Δεν είναι εξακριβωμένο  το γεγονός αν τη χωροταξική οργάνωση ανέλαβε η κυβέρνηση ή αν πρόκειται για εξολοκλήρου ιδιωτική πρωτοβουλία. Υποδεικνύεται ότι μάλλον ισχύει η δεύτερη πρόταση κρίνοντας από τον πολεοδομικό σχεδιασμό  που κλίνει περισσότερο στο ρωμαϊκό παρά στον ιπποδάμειο, συνδυάζοντας την  ακτινωτή του κέντρου και την τετραγωνισμένη με παραλλήλους και καθέτους στις επεκτάσεις ή προεκτάσεις αυτού.[1]

Συγκεκριμένα, ο σχεδιασμός της Τριάδας φαίνεται ότι έχει ως κέντρο της το αρχοντικό των Κριεζώτηδων και την πευκοφυτευμένη πλατεία-πλέον- που οδηγούσε σ' αυτό, διατηρώντας ταυτόχρονα στοιχεία ορθογώνιων συστημάτων δρόμων που αναπαριστούν την έννοια της ισονομίας στους υπόλοιπους  κατοίκους του οικισμού.

ρυμοτομία α.png

 

Οικίες Τριάδας

Στα μέσα του 19ου αι. δεν ήταν πολλά τα κτίσματα που υπήρχαν στο λόφο, όπου σήμερα έχει κτισθεί το χωριό της Τριάδας. Ήταν ελάχιστα τα σπίτια που υπήρχαν (τα περισσότερα κατάλοιπα από την τουρκική περίοδο), λίγες καλύβες που χρησιμοποιούνταν ως στάνες και αποθήκες για τη φύλαξη των ζωοτροφών. Ήταν μικρός ο αριθμός των κατοίκων που έμεναν στην περιοχή, και ήταν κυρίως βοσκοί ή εργάτες ή κολίγοι στο τσιφλίκι του Νικόλαου και μετέπειτα του Δημήτριου Κριεζώτη.

Στα τέλη του 19ου αι, με την ανοικοδόμηση του αρχοντικού από το Σπυρίδωνα Κριεζώτη, η ζήτηση πολλών εργατών για τις μεγάλες ανάγκες του τσιφλικιού αλλά και η μακρινή απόσταση που έπρεπε να διανύσουν για να έρθουν στον χώρο εργασίας, ήταν δυο σημαντικοί λόγοι για τους οποίους η περιοχή γνώρισε ταχύτατη ανοικοδόμηση ακολουθώντας το άριστο και μοναδικό για την εποχή πολεοδομικό σύστημα. Πλήθος ατόμων, αλλά και ολόκληρων οικογενειών, μετοίκησαν στην περιοχή, κατασκευάζοντας με φτωχά υλικά (πέτρα, πλίθες, ξύλα)τις πρώτες οικίες, απλής κατασκευής. Τα σπίτια εκείνη την εποχή είχαν έναν ενιαίο χώρο για όλες τις ανάγκες τις οικογένειας (κρεβάτια, σοφράς) και έφεραν ξυλοσκεπή. Εξωτερικά έκτιζαν ένα φούρνο και μια πρόχειρη κατασκευή (ως τουαλέτα) για τις ανάγκες τους. Τα πρώτα χρόνια οι συνθήκες διαβίωσης και επιβίωσης ήταν αντίξοες, καθότι εκτός από την φτώχεια τους είχαν και τις αρρώστιες, που έπρεπε να αντιμετωπίσουν (ελονοσία κ. ά).

Στις αρχές του 20ου αι. ο οικισμός αυξανόταν και βελτιωνόταν αισθητά. Ο πληθυσμός είχε αυξηθεί και υπήρχαν περίπου 20 – 25 οικογένειες. Κάθε οικογένεια είχε το δικό της σπίτι, το οποίο δε διέφερε πολύ από αυτά του προηγούμενου αιώνα. Στα μέσα του 20ου αι., το χωριό άλλαξε μορφή, είχε υιοθετήσει το ορθοκανονικό πολεοδομικό σύστημα και η ανοικοδόμησή του βασίστηκε στο μοναδικό για την εποχή σχέδιο. Τα σπίτια που κατασκευάζονταν εκείνη την περίοδο, είχαν ως κύριο σκοπό την εξυπηρέτηση των κύριων αναγκών κάθε οικογένειας. Χρησιμοποιούσαν καλύτερα υλικά κατασκευής (όπως το τσιμέντο και το ξύλο), έφεραν έναν κύριο ενιαίο χώρο και ένα μικρό καμαράκι (δωμάτιο) ως μαγειρείο. Η στέγαση των σπιτιών γινόταν με κεραμοσκεπή. Εξωτερικά υπήρχε μια χωμάτινη αυλή, όπου είχε κτιστεί φούρνος, τουαλέτα και σπάνια πηγάδι. Για όσους είχαν ζώα, στην αυλή υπήρχε «το παχνί» ή ο στάβλος και αποθήκες για τις ζωοτροφές και τα εργαλεία.

παλιές οικείες.png

Η οικονομική κατάσταση των κατοίκων του χωριού ήταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο, στοιχείο το οποίο επιβεβαιώνεται από τις κατασκευές των σπιτιών. Υπήρχαν, όμως, και ελάχιστα σπίτια διώροφα, συνήθως των επιστατών του τσιφλικιού ή των φιλικά προσκείμενων οικογενειών προς την οικογένεια Κριεζώτη. Μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν τα διώροφα σπίτια. Στον πρώτο όροφο (ισόγειο)υπήρχαν οι αποθήκες, τα πατητήρια για τα σταφύλια και πολλές φορές χώροι για τα ζώα. Ήταν χτισμένο με ισχυρούς πέτρινους τοίχους για να μπορεί να στεγάσει τον επάνω όροφο. Μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο δεύτερο όροφο. Υπήρχε ένα στεγασμένο μπαλκόνι, γνωστό ως χαγιάτι και στους μέσα χώρους υπήρχαν τα δωμάτια για την οικογένεια (καθιστικό με τζάκι, βοηθητικά δωμάτια). Εξωτερικά είχαν μεγάλη αυλή, κτισμένο φούρνο, πηγάδι και τουαλέτα.

φούρνος.png

Μετά την αναβάθμιση του οικισμού σε κοινότητα, το 1946 και έπειτα, τα σπίτια του χωριού άρχισαν να κατασκευάζονται χωρίς να έχουνενιαίο αρχιτεκτονικό σχέδιο, εξυπηρετώντας τις ανάγκες της κάθε οικογένειας. Ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειας κατασκευάζονταν δωμάτια (ένα - τρία) για τη διαμονή των μελών. Το ηλεκτρικό εισήχθη στην καθημερινότητα των κατοίκων και το νερό πλέον δεν το αντλούσαν από τα πηγάδια, αλλά μέσω του πρωτόγονου δικτύου ύδρευσης.

Στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αι., το χωριό είχε πολλαπλασιαστεί και είχε αλλάξει πρόσωπο, καθώς μιμούνταν αρκετά τα πρότυπα των αστικών πόλεων και το δυτικό τρόπο ζωής.



[1] Κατά τον  ιπποδάμειο  σχεδιασμό  εκτάσεις ρυμοτομούνται κατά τετραγωνισμούς με πλέγμα παράλληλων οριζοντίων και καθέτων οδών που βασίζονταν στην  ιδέα της δημοκρατίας και την αρχή της ισονομίας. Οι Ρωμαίοι από την άλλη προτιμούσαν να έχουν κέντρο των πόλεων τις αγορές, γι' αυτό και  ακολουθούσαν την ακτινωτή ρυμοτομία πέριξ αυτών.

 

Σημεία Ενδιαφέροντος