Τοπικά Παιχνίδια

 

Στιγμή χαράς, ξεγνοιασιάς και διασκέδασης ήταν και είναι τα παιχνίδια για τα μικρά παιδιά. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι οικογένειες στο χωριό στις αρχές του 20ου αι., τα παιδιά δεν έχαναν στιγμή της ημέρας που να μη «γεύονταν» τη χαρά του παιχνιδιού. Συνήθιζαν να παίζουν ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια ανάλογα την εποχή και τη στιγμή της ημέρας (μέρα – νύχτα).

Τριάδα Ευβοίας - Τοπικά παιχνίδια (" Ο άνθρωπος, ο τόπος και η ιστορία του)

Αυτά ήταν:

1.     Ρόδα ή το Στεφάνι: Ήταν ένα ατομικό παιχνίδι, το οποίο συνήθιζαν να παίζουν τα αγόρια της εκάστοτε περιοχής. Χρησιμοποιούσαν το στεφάνι, από κάποιο παλιό καρότσι, ή ποδήλατο (χωρίς τις ακτίνες). Επίσης, χρειάζονταν και ένα ξύλο ή ένα χοντρόσύρμα για την ολοκλήρωση του παιχνιδιούπολλές φορές λίγο κυρτό στην άκρηώστε αν ξέφευγε το στεφάνι, να το μαγκώνουν με την κυρτή άκρη του οδηγού. Στόχος τους ήταν να κυλούν το στεφάνι ή η ρόδα με τη βοήθεια του ξύλου ή του σύρματος. Με αυτόν τον τρόπο γυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά, μετρώντας αμέτρητα χιλιόμετρα καθημερινάείτε ως αγώνες, είτε απλώς για βόλτες.Κατά μία άλλη εκδοχή, χρησιμοποιούνταν αντί της ρόδας του καροτσιού ή του ποδηλάτου,   τα τσίγκινα στεφάνια από τις βιτσέλες, τα παλιά βαρέλια του νερού και του κρασιού.

2.  Μακριά γαϊδούρα: Ήταν ένα ομαδικό παιχνίδι με πολλές παραλλαγές, το οποίο είχε πολύ κέφι και διασκέδαση, καθώς συμμετείχαν πολλά άτομα. Συνήθως η κάθε ομάδα εκπροσωπούσε μια γειτονιά και η κάθε μια ανταγωνιζόταν την άλλη. Η κάθε ομάδα απαρτιζόταν από 3-8 άτομα. Με ένα στριφτό κέρμα (όποτε υπήρχε), όριζαν τη σειρά. Έπειτα η μια ομάδα έπαιρνε θέση. Έπρεπε να σχηματίσει μια σειρά από σώματα (σκυμμένα σε ορθή γωνία), δημιουργώντας μια «υποτιθέμενη» ράχη γαϊδούρας. Τα μέλη της άλλης ομάδας έπαιρναν φόρα και πηδούσαν πάνω προς την σειρά των σωμάτων, ώσπου να ανέβουν όλα στην πλάτη της γαϊδούρας. Εάν τα κατάφερναν να ανέβουν, χωρίς να τους ρίξουν τα παιδιά της άλλης ομάδας, κέρδιζαν.

3.     Κουτσό: Ένα αγαπητό παιχνίδι για όλα τα παιδιά. Όλα μπορούσαν να συμμετέχουν, καθώς ήταν εύκολο και γρήγορο στην οργάνωσή του. Με τη βοήθεια μιας κιμωλίας (που έπαιρναν από το μαυροπίνακα του σχολείου), ενός κομματιού ασβέστη ή ενός κεραμιδιού σχημάτιζαν 8 τετράγωνα (μια σειρά δυο τετραγώνων, έπειτα ένα μονό στη μέση και ούτω καθεξής). Με τη χρήση μιας πέτρας (της αμπάρας), κέρδιζαν τα τετράγωνα ή τους χώρους αυτούς. Όρος τους παιχνιδιού ήταν η αμπάρα να μπει (μέσω του πετάγματος) σε ένα τετράγωνο κατά σειρά και έπειτα, να καταφέρει ο ρίπτων την πέτρα ή αμπάρα, να την πάρει και να επιστρέψει ακολουθώντας την αρίθμηση των τετραγώνων στην αρχή. Όποιος κατάφερνε να καλύψει γρήγορα και τα οκτώ τετράγωνα και να επιστρέψει χωρίς να του πέσει η πέτρα κέρδιζε.

4.     Αυτοσχέδιες κούκλες:Ένα παιχνίδι καθαρά για τα κορίτσια της γειτονιάς. Συνήθως, μάζευαν παλιά ρούχα που δε φορούσαν πια, ή κουρέλια από τον αργαλειό και δημιουργούσαν ομοιώματα κούκλων. Τις έντυναν, ζωγράφιζαν τα χαρακτηριστικά τους στο πρόσωπο, τις έβαζαν μαλλιά, παπούτσια κλπ.Κάποιες φορές που ήταν τα κορίτσια τυχερά και αποκτούσαν μπομπονιέρες, τις χρησιμοποιούσαν για αυτόν τον σκοπό. Το μέρος της μπομπονιέρας- εκεί που έμπαιναν τα κουφέτα-το έκαναν για κεφάλι, ενώ στο μέρος που  ήταν τρύπιο από κάτω, έχωναν  πανιά και έφτιαχναν φορέματα. Για να ξεχωρίζει το σώμα έδεναν με ένα ζωναράκι τη μέση και  έραβαν χέρια από πανιά, που τα φούσκωναν με πανιά ή βαμβάκι. Με αυτές προσπαθούσαν να καλύψουν το κενό της αυθεντικής κούκλας, την οποία λίγα κορίτσια είχαν σπίτι τους.

5.     Πετραδάκια ή Πεντόβολα:Το μυστικό γι’ αυτό το παιχνίδι ήταν να είχες συλλέξει μικρές και στρογγυλές πετρούλες από την παραλία ή το διπλανό ποτάμι. Ένα παιχνίδι που έπαιζαν συνήθως οι κοπέλες στις αυλές ή στους δρόμους. Δυο ή τρείς κοπέλες με τις διαλεγμένες πετρούλες τους μαζεύονταν να παίξουν. Σχημάτιζαν μια νοητή  καμάρα με το δείκτη και τον αντίχειρα του χεριού. Τοποθετούσαν ένα μικρό αριθμό πετρών (5-10) σε σειρά μπροστά από τη νοητή καμάρα σε απόσταση λίγων εκατοστών. Έπειτα διάλεγαν μια από τις εναπομένουσες. Την πέτρα που διάλεγαν ήταν για να την έχουν σαν «οδηγό». Το παιχνίδι ξεκινούσε πετώντας τον «οδηγό» πάνω και μέχρι να πέσει, έπρεπε η κοπέλα να σπρώξει μια πέτρα «από τη σειρά» να περάσει κάτω από τη νοητή καμάρα με το χέρι που πετούσε τον οδηγό. Ο «οδηγός» δεν έπρεπε να πέσει χωρίς να την πιάσει, διότι έχανε τη σειρά της. Όποια κοπέλα ολοκλήρωνε τη σειρά από τις πέτρες, περνώντας τες κάτω από τη νοητή καμάρα, κέρδιζε στο παιχνίδι.

6.     Τσίλι– κοπάνι:Ένα από τα παλαιότερα παιχνίδια της επαρχίας. Ήταν εύκολο και ανέξοδο στην οργάνωσή του. Βασικό ήταν να βρουν από κάποιο δέντρο της γειτονίας δυο κομμάτια ξύλου. Ένα μικρό σε μήκος 0,40μ. και ένα μεγαλύτερο 0,80μ. Σημαντικό για τα ξύλα ήταν να είναι ευθύγραμμα. Το παιχνίδι ξεκινούσε όταν τοποθετούσαν τις άκρες του μικρότερου ξύλου πάνω σε δυο πέτρες. Τότε  με το άλλο ξύλο το κτυπούσε με τέτοιο τρόπο ώστε να σηκωθεί στον αέρα και να παραμείνει στο αέρα έπειτα από συνεχόμενα χτυπήματα. Όποιος/α κατάφερνε να διατηρήσει τον περισσότερο χρόνο στον αέρα και να κάνει τις περισσότερες περιστροφές το ξύλο κέρδιζε.

7.     Τόπι ή μηλαρόνια ή μήλα:Ένα παιχνίδι χαράς για όλα τα παιδιά της γειτονιάς, το οποίο παίζεται ακόμη και στις μέρες μας. Παιδιά κάθε ηλικίαςσυνήθως μαζεύονταν στο άκουσμα: «θα μαζευτούμε να παίξουμε μήλα». Η μπάλα ή το τόπι ή ένα ομοίωμα μπάλας(από κουρέλια) ήταν το βασικό αντικείμενο για να ξεκινήσει το παιχνίδι. Δυο παιδιά στέκονταν αντίκρυ σε απόσταση σχετικά μικρή και στην ενδιάμεση απόσταση τα υπόλοιπα παιδιά που έπαιζαν. Στόχος του παιχνιδιού ήταν αυτοί που βρίσκονταν στα δυο άκρα να σημαδεύουν τους υπόλοιπους που ήταν στο εσωτερικό. Σε όποιον ακουμπούσε πάνω η μπάλα, έβγαινε από το παιχνίδι. Όποιος κατάφερνε να πιάσει την μπάλα χωρίς να του πέσει, κέρδιζε μια ζωή και μπορούσε είτε να τη δωρίσει σε κάποιον που είχε βγει από το παιχνίδι είτε να την κρατήσει ο ίδιος. Ο τελευταίος που κατάφερνε να παραμείνει στο εσωτερικό, ήταν τυχερός διότι δε συμμετείχε στην κλήρωση για την επόμενη παρτίδα και την επόμενη δυάδα στα άκρα.

8.     Τσίγκρι: Ένα παλαιό παιχνίδι, το οποίο δεν είχε την πραγματική σημασία του παιχνιδιού, αλλά πιο πολύ ήταν για την απασχόληση των νέων από τους παππούδες ή γιαγιάδες. Το παιχνίδι συνήθως παιζόταν στο σούρουπο ή τη νύχτα, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Η γιαγιά ή ο παππούς διάλεγε ένα μικρό ξυλάκι, το οποίο το τύλιγε με ένα άσπρο (συνήθως) πανάκι. Τα παιδιά έκλειναν τα μάτια τους και το πετούσε σε κάποιο σκοτεινό σημείο. Έπειτα, άνοιγαν τα μάτια τους και άρχιζαν να ψάχνουν για το ξυλάκι. Ο νικητής κέρδιζε συνήθως κάποιο ζαχαρωτό ή καραμέλα (όταν υπήρχε) ή κάποιο φρούτο.

9.     Το Τζαμί:Ένα παιχνίδι γειτονιάς, όπου τα παιδιά που μαζεύονταν χωρίζονταν σε δυο ομάδες με ίσα άτομα (3 – 5) η κάθε μια. Όριζαν έναν μεγάλο νοητό κύκλο και σχεδίαζαν ένα μικρότερο στη μέση. Στο εσωτερικό του μικρού κύκλου έστηναν μικρά κεραμίδια σχηματίζοντας έναν μικρού ύψους πύργο. Στην περιφέρεια του 1ου κύκλου καθόριζαν ένα σημείο, στο οποίο τραβούσαν μια γραμμή. Κατά μήκος αυτής της γραμμής στέκονταντα παιδιά της ομάδας που έριχναν , δηλαδή σημάδευαν τα κεραμίδια μ’ ένα τόπι.

Όποια ομάδα έριχνε κάτω όλα τα κεραμίδια έφευγε, ενώ όλη η άλλη ομάδα έστρωνε μέσα στο μικρό κύκλο τα κεραμίδια. Αν, στη διάρκεια που η δεύτερη ομάδα έφτιαχνε τα κεραμίδια, προλάβαινε η πρώτη να επιστρέψει στη γραμμή, να πάρει θέση βολής και να χτυπήσει με το τόπι έστω και ένα παιδί της άλλης ομάδας, η ομάδα αυτή καιγόταν και έχανε. Αντίθετα, αν η πρώτη ομάδα προλάβαινε να στήσει τα κεραμίδια, όπως ήταν, τότε νικούσε.

10.Φεγγαρόλια:Πρόκειται για ένα παιχνίδι –παραλλαγή του γνωστού κουτσού. Τα παιδιά σχημάτιζαν μια μικρή διαδρομή με διαδοχικά τετράγωνα σε ευθείες  και  καμπύλη που οδηγούσε στο αρχικό τετράγωνο. Σπρώχνοντας ένα κεραμίδι το κάθε παιδί και με κουτσό, έπρεπε να διανύσει όλη τη διαδρομή, χωρίς να ακουμπήσει τις γραμμές, αλλά ούτε και το κεραμίδι. Όταν έφτανε στον «ουρανό», που ήταν το τέλος της διαδρομής, μπορούσε να πατήσει και με τα δύο του πόδια και να ξεκινήσει από την αρχή.

 

11.Πατώ:Αυτό το παιχνίδι ήταν συνδυασμός των παιχνιδιών «φεγγαρόλια» και «τυφλόμυγας». Σχηματίζονταν η πιθανή διαδρομή με τα διαδοχικά τετράγωνα και  με κλειστά τα μάτια αυτήν τη φορά ή σηκώνοντας ψηλά το κεφάλι έπρεπε να διανυθεί η διαδρομή χωρίς να πατηθούν οι γραμμές. Στην περίπτωση  που πατούσαν γραμμή, έχαναν. Στον «ουρανό», που ήταν το τέλος της διαδρομής, μπορούσαν να ανοίξουν τα μάτια.

12.ΜαναρέλοςΚατσαρέλος:Δύο εκδοχές υπάρχουν για το παιχνίδι αυτό. Και στις δύο φαίνεται να σχετίζεται αυτό το παιχνίδι  με κάποιο καπέλο. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, το καπέλο φορούσε ένα από τα παιδιά που σχημάτιζαν κύκλο. Ένα άλλο παιδί στεκόταν στη μέση  του κύκλου με κλειστά τα μάτια και έψαχνε με τα χέρια του να βρει ποιος φοράει το καπέλο. Όταν το έβρισκε κέρδιζε. Κατά τη δεύτερη εκδοχή, τα παιδιά χωρίζονταν σε ομάδες. Στη συνέχεια, ένα παιδί της πρώτης ομάδας, ανέβαινε στην πλάτη ενός αντιπάλου και αφού του έκλεινε τα μάτια, ρωτούσε: "ΜαναρέλοΚατσαρέλο, πού το βρήκες το καπέλο, δεν το γέμισες καλά, πόσα είναι αυτά;". Εκείνη τη στιγμή, ο αρχηγός της πρώτης ομάδας σήκωνε το χέρι, δείχνοντας με τα δάχτυλα κάποιον αριθμό.  Αν το παιδί που του είχαν κλείσει τα μάτια δεν το έβρισκε,συνέχιζαν με άλλον αντίπαλο. Αν κάποιος το έβρισκε, οι ομάδες άλλαζαν και ανέβαιναν τα παιδιά της δεύτερης ομάδας στις πλάτες των άλλων παιδιών.

13.Βώλοι: Παιχνίδι για όλες τις ηλικίες και για τα δύο φύλα, αν και προτιμούνταν από τα αγόρια. Βάζανε στο πάτωμα 5 βώλους στη σειρά και με το βώλο που είχαν στο χέρι τους προσπαθούσαν  να χτυπήσουν όσους μπορούσαν περισσότερους γιατί έτσι ορίζονταν ο νικητής.

14.Ντρίλιες:Οιντρίλιες παίζονταν  σαν την τρίλιζα  με δύο παίκτες. Αρχικά, χάραζαν με ένα ξύλο στο χώμα το σημείο της τρίλιζας (9 τετράγωνα) ή στο τσιμέντο με κιμωλία ή με κεραμίδι . Ο κάθε παίχτης είχε 5 πετραδάκια ίδιου χρώματος. Βάζοντας ο κάθε παίκτης από ένα πετραδάκι τη φορά σε κάποιο τετράγωνο, έπρεπε να σχηματίσει τρίλιζα (ντρίλια), δηλαδή να βάλει τρία δικά του πετραδάκια στη σειρά κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια.

15.Αμπάριζα:Ένα ομαδικό παιχνίδι, όπου κάθε ομάδα αποτελούνταν από 2-4 άτομα. Βάση της κάθε ομάδας ήταν μια πέτρα ή ένα δέντρο. Στη συνέχεια, αποφασίζονταν  ποια ομάδα θα ξεκινούσε. Έβγαινε ο παίκτης της πρώτης ομάδας και έπειτα έβγαινε και ένας παίκτης από τη δεύτερη ομάδα. Εάν κάποιος παίκτης ακουμπούσε τον άλλον, τον «έκαιγε» και έβγαινε από το παιχνίδι.  Σκοπός του παιχνιδιού ήταν να «κάψει» η κάθε ομάδα τους παίκτες της αντίπαλης ομάδας  ώστε να καταλάβουν τη βάση τους και να φωνάξουν "Αμπάριζα".

16.Κρυφτό:  Είναι ένα παιχνίδι που παίζεται μέχρι και σήμερα με αμείωτο ενδιαφέρον. Ένας παίκτης συνήθωςφυλάει και μετράει από το 1-100, καθώς οι άλλοι προσπαθούν να κρυφτούν. Αφού ανοίξει τα μάτια, ψάχνει για τους άλλους. Αν τους βρει όλους,  φυλάει αυτός που βρήκε πρώτο. Εάν ο τελευταίος κρυμμένος παίκτης προλάβει και τρέξει πρώτος στο σημείο απ’ όπου μετρούσε ο συμπαίκτης, μπορεί να  φωνάξει: «φτου και ξελευτερία για όλους» και να ξαναφυλάξει ο ίδιος παίκτης.

17.Τσιγκλικομένι: Κάθε παίκτης έχει δύο ξύλα, ένα μεγάλο και ένα μικρό.  Ανοίγει μία τρύπα με το μεγάλο ξύλο και οι υπόλοιποι πετούν μακριά το μικρό του ξύλο. Μέχρι να πάει να πιάσει το μικρό ξύλο,  οι άλλοι παίκτες σκάβουν στην τρύπα του.  Το ίδιο γίνεται και με τους υπόλοιπους παίκτες και στο τέλος κερδίζει αυτός που έχει την πιο μικρή λακούβα.

Σφουρλάκια: Έτσι ονομάζονταν οι σβούρες, όπως τις ξέρουμε σήμερα, τις οποίες στροβίλιζαν. Νικητής ήταν εκείνος του οποίου η σβούρα διατηρούσε την περιστροφική δυνατότητα περισσότερη ώρα. Πολλές φορές στον διαγωνισμό αυτό  χρησιμοποιούντανκαι κουβαρίστρες ή αυτοσχέδιες σβούρες.

Σημεία Ενδιαφέροντος