Ήθη και Έθιμα

 

Πανηγύρια

Πανήγυρη (η), αρχαίο πανήγυρις<παν + άγυρις, αιολικός τύπος του αγορά.

Όπως δηλώνει η ετυμολογία της λέξης, η έννοια απέδιδε και τις θρησκευτικές και τις εμπορικές συγκεντρώσεις, όπου -όπως και σήμερα- ανακατεύονταν στην πράξη μαζί τους η διασκέδασηκαι η χαρά.

Πιθανότατα κατά την Τουρκοκρατία, η έννοια του πανηγυριού περιορίστηκε και δήλωνε παντού  θρησκευτική συγκέντρωση, που ακολουθούσε η διασκέδαση, ενώ η εμπορική συγκέντρωση δηλώνεται με την τούρκικη λέξη παζάρι (Pazaar= αγορά).

Προ Τουρκοκρατίας, οι εμποροπανηγύρεις ήταν γνωστές ακόμα και στην Αρχαία Ελλάδα, κυρίως στα μέρη που κυριαρχούσε το εμπόριο. Η Ευβοϊκή επικοινωνία με τους εμπόρους και θαλασσοπόρους Φοίνικες και την Ανατολή είναι γνωστή από την αρχαιότητα, οπότε αντιλαμβάνεται κανείς, ότι πολύ σύντομα οι Ευβοείς υιοθέτησαν το έθιμο των πανηγυριών - εορτών. Σήμερα τα πανηγύρια δεν είναι μόνο εμπορικά ή θρησκευτικά. Ο χαρακτήρας τους είναι συνδυαστικός: προσκυνηματικός, πολιτισμικός και επικοινωνιακός.

 

Πανηγύρια με θρησκευτικό και διασκεδαστικό χαρακτήρα, όπως και σε όλα τα χωριά της Μεσσαπίας, γίνονται στην Τριάδα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Στις 12 Δεκεμβρίου, την ημέρα της εορτής του πολιούχου Αγίου Σπυρίδωνα, πλήθος πιστών επισκέπτεται για να προσκυνήσει την ιερή εικόνα. Μια από τις παλαιότερες θρησκευτικές πανηγύρεις, η οποία συνεχίζει ακόμη και σήμερα, είναι η ημέρα εορτής του Αγίου Πνεύματος. Έως τις αρχές του 20ου αι. η λειτουργία συνεχιζόταν να πραγματοποιείται στον αρχαίο βυζαντινό ναό. Στα  τέλη του 20ου κτίστηκε νέος ναός παραδίπλα του παλαιού και με αυτόν τον τρόπο διασώθηκε ο εορτασμός της Αγίας Τριάδας. Ένα ακόμη θρησκευτικό πανηγύρι, το οποίο διασώθηκε από τη φθορά του χρόνου, είναι  του εορτή του Αγίου Γεωργίου τον Απρίλη, που εορτάζεται στην περιοχή του Εληώνα ή του Παραγαλίου, στο οποίο αναβιώνουν έθιμα από το μακρινό παρελθόν, όπως η ιπποπομπή-οι καβαλάρηδες του Αϊ Γιώργη- και χορευτικές παραστάσεις.

καβαλάρηδες.png

Εμπορικά καθαρά πανηγύρια μπορεί να μην υπάρχουν στο χωριό, όμως η πολιτισμική και πολιτιστική ταυτότητα του χωριού διασώθηκε. Στο β΄μισό του 20ου αι. καθιερώθηκαν τα "Κριεζώτεια", προς τιμήν του μεγάλου Οπλαρχηγού Νικόλαου Κριεζώτη. Επρόκειτο για πενθήμερες εκδηλώσεις, συνήθως στις αρχές ή στα μέσα του Ιουλίου που περιελάμβαναν μουσικοχορευτικές παραστάσεις, προβολή ταινιών, εκθέσεις φωτογραφιών, τα οποία όμως, τα τελευταία χρόνια έχουν χάσει  την αίγλη τους.

Μικρής διάρκειας εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν στο χωριό, προς τιμήν της κυβέρνησης της 21ηςΑπριλίου.Οι εκδηλώσεις ήταν βραχυπρόθεσμες, και περιελάμβαναν μουσικοχορευτικές παραστάσεις, εκφωνήσεις λόγων, αθλητικές δραστηριότητες, αλλά και κρασοκατάνυξη μετά των εδεσμάτων που προσέφεραν οι φιλικά προσκείμενοι στο κόμμα, κάτοικοι.

21η Απριλίου.png

Τα πανηγύρια ήταν η μόνη ευκαιρία να ξεκουραστούν και να γλεντήσουν οι άνθρωποι στην ύπαιθρο. Κάθε πανηγύρι κρατούσε δυο ημέρες. Απ' όλα τα χωριά της ευρύτερης περιοχής, μαζεύονταν οι άνθρωποι στο χωριό που γιόρταζε και έτσι δίνονταν η ευκαιρία να επικοινωνήσουν με τους συγγενείς, τους φίλους και τους γνωστούς. Οι χοροί γίνονταν σε κοινό χώρο, συνήθως στην πλατεία κάθε χωριού, που ονομαζόταν χοροστάσι ή χοροστασό. Οι ζυγές με τα όργανα αλλάζανε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, ενώ μόλις άρχιζε να νυχτώνει, κάθε μια από αυτές, κατόπιν συμφωνίας, πήγαινε και έπαιζε σε ένα από τα μαγαζιά του χωριού όλη τη νύχτα.

Οι γυναίκες έπαιρναν μέρος στον χορό με τη φανταχτερή στολή τους και μετά το γενικό χορό, πήγαιναν στο σπίτι για να ετοιμάσουν και να δεχτούν τους καλεσμένους τους. Οι οικογένεια και οι καλεσμένοι της κάθονταν γύρω από το τραπέζι, ξαπλωμένοι σε προσκεφαλάδες. Το λαϊκό αίσθημα εκφράζονταν με τα ντόπια τραγούδια, με την τέχνη του τραγουδιστή και πιο πολύ του οργανοπαίχτη. Γνωστός στην ευρύτερη περιοχή ήταν ο Αραπάκης[1] από τα Ψαχνά.

 

 

Αφορμές για γιορτές έδιναν κι άλλα γεγονότα, όπως η γέννηση, η βάφτιση, ο γάμος, ακόμα και ο θάνατος. Ειδικά στο θάνατο έδιναν πολλές φορές περιεχόμενο ηρωικό και όχι λίγες φορές και χαρούμενο.

 

Βάφτιση

Η βάφτιση ήταν γεγονός χαρμόσυνο, το οποίο συνδύαζε και θρησκευτικά και κοινωνικά στοιχεία. Ευκαιρία για γλέντι.  Η θρησκευτική τελετή γίνονταν στην εκκλησία, χωρίς να είναι εκεί η μάνα. Περίμενε στο σπίτι ή έξω από την εκκλησία για τα σχαρίκια που τα έφερναν τα παιδιά του χωριού μαζί με τ' όνομα, που το έδινε ο νονός/ά.  Σχαρίκια λέγονταν και τα δώρα που έδινε η μητέρα στα παιδιά με το άκουσμα του ονόματος. Μετά τη βάφτιση παρέδιδε ο νονός/ά το παιδί στη μητέρα, η οποία για να το παραλάβει έκανε μεγάλη μετάνοια και φιλούσε το χέρι του νονού/ά.

 

Γάμος

Το διάλεγμα της νύφης ή του γαμπρού αφήνονταν περισσότερο και αντίθετα σε κάθε βιολογικό νόμο, στη φρόνηση, παρά στο αίσθημα. Οι γονείς πάσχιζαν να βρουν τη νύφη ή το γαμπρό, ανάλογα με τις επιθυμίες τους. Η απόφαση παιρνόταν σύμφωνα με υπολογισμούς συμφέροντος, ανάγκης και υποχρέωσης. Το προξενιό είχε την τιμητική του. Έπειτα η προξενήτρα- γιατί συνήθως επρόκειτο για γυναίκα-  λάμβανε την εντολή και έκανε ό,τι μπορούσε για να ολοκληρωθεί το συνοικέσιο. Στην πρώτη συνάντηση που θα δίνονταν και ο λόγος συζητούνταν και συμφωνούνταν το θέμα της προίκας της νύφης. Η προίκα ήταν απαραίτητο και προαπαιτούμενο στοιχείο γάμου. Αποτελούσε μια συστηματική ανάλυση των μεταβιβαζόμενων πόρων και των τίτλων που συνόδευαν ή όχι τις συμβαλλόμενες οικογένειες και τους συζύγους. Ήταν ένας θεσμός που αναδείχθηκε σε κατεξοχήν μηχανισμό της κοινωνικής κινητικότητας και χαρακτήριζε το μικροαστικό κοινωνικό στρώμα  Ένα έθιμο προερχόμενο από παρελθόν. Προίκα, ήταν ο ρουχισμός και κατ' επέκταση όλο το μερτικό της νύφης, το οποίο δινόταν στον γαμπρό.

Ακολουθούσαν οι αρραβώνες, την ημέρα των οποίων ορίζονταν και η ημερομηνία του γάμου.Μερικές μέρες της εβδομάδας πριν τον γάμο, στήνονταν ο γιούκος, μια τετράγωνη ξύλινη βάση, όπου πάνω της τοποθετούνταν η προίκα της κοπέλας -κυρίως κουβέρτες και σεντόνια- διπλωμένα το ένα πάνω από το άλλο. Αυτό έρχονταν να δουν τα κορίτσια του χωριού, να τον καμαρώσουν, να τον ράνουν και να τον τραγουδήσουν. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτή τη μέρα μεταφέρονταν  και στο σπίτι του γαμπρού, όπου στρώνονταν το νυφικό κρεβάτι από συγγενείς και φίλους της νύφης.

Το Σάββατο στήνονταν ξεχωριστό γλέντι ανάλογα με τον τόπο καταγωγής των συμπεθέρων. Την παραμονή του γάμου συνήθως υπογράφονταν και το "προικοσύμφωνο" όπου αναφέρονταν η προίκα που δίνονταν στον γαμπρό.

Γάμος2.png

Οι γάμοι γίνονταν το πρωί της Κυριακής. Η νύφη παραλαμβάνονταν από το σπίτι της για την εκκλησία συνοδεία οργάνων, τραγουδιών και χορών. Πρώτος-πρώτος ήταν ο πρωτοσυμπέθερος, αναβάτης στο καλύτερο άλογο ή πεζός -ανάλογα με την απόσταση που έπρεπε να διανύσουν μέχρι την εκκλησία- ενώ κρατούσε στα χέρια του την κεντημένη  πίτα με ένα μπουκάλι κρασί.

 

Γάμος1α.png

Από το προηγούμενο βράδυ, οι καλεσμένοι έστελναν φαγώσιμα, αρνιά, κριάρια, βετούλια και τραγιά ως δώρα. Μετά τη στέψη, ξεκινούσαν για το σπίτι του γαμπρού. Όταν η νύφη έφτανε στο σπίτι του γαμπρού την περίμενε η πεθερά στην πόρτα κρατώντας στο χέρι ένα ρόδι και έχοντας στρώσει το σίδερο. Η νύφη έπαιρνε το ρόδι από την πεθερά  για να το σπάσει στη είσοδο το σπιτιού πατώντας πάνω στο σίδεροκαι μπαίνοντας στο σπίτι με το δεξί. (ρόδι: σύμβολο γονιμότητας, σίδερο: σύμβολο γεροσύνης). Μετά τη νύφη, έμπαιναν και οι καλεσμένοι στο σπίτι, έστρωναν το τραπέζι και αρχιζε το φαγοπότι. Το γλέντι πάντα ήταν τρικούβερτο όσο φτωχό και αν ήταν το σπιτικό. Συνήθως το γλέντι συνόδευαν μουσικά όργανα και η διασκέδαση διαρκούσε έως το πρωί.  

Για να ανταποδώσουν, έπειτα από μια εβδομάδα, έπρεπε ο γαμπρός και η νύφη να κάνουν μια επίσκεψη σε όλους τους καλεσμένους του γάμου και από την πλευρά της νύφης και από την πλευρά του γαμπρού. Αυτό λεγόταν «Πιστρόφια», δηλαδή ξαναγύρισμα και στην αρχή αναφερόταν μόνο στη νύφη που έπαιρνε άνδρα από άλλο χωριό και αργότερα γενικεύτηκε. Εκείνοι που δέχονταν την επίσκεψη της επιστροφής πρόσφεραν για δώρο μια κότα. Έτσι οι νεόνυμφοι συμπλήρωναν το νοικοκυριό τους.

 

Θάνατος

Στα μέρη αυτά ο θάνατος θεωρούνταν ως φυσικό επακόλουθο της ζωής. Οι άνθρωποι απλοϊκοί και θρησκευόμενοι με γεμάτη ζωή από αγάπη ήταν έτοιμοι να τον δεχτούν απαλλαγμένοι από το φόβο του αγνώστου. Δεν επρόκειτο για λησμονιά, καθώς κάθε καρδιά που αγαπάει τους κεκοιμημένους της, φυλάει κάτι από αυτούς που μένει ακόμα ζωντανό στη γη.

 

Όταν έρθει ο θάνατος, αναλάμβαναν τις διαδικασίες οι γυναίκες. Πρώτα έκλειναν τα μάτια του νεκρού, τον καθάριζαν, τον άλλαζαν και του φορούσαν τα καλά του ρούχα και καινούρια παπούτσια αν είναι δυνατόν. Έπειτα, του σταύρωναν τα χέρια και του έβαζαν στο στόμα, στην τσέπη του σακακιού ή ανάμεσα στις σταυρωμένες παλάμες ένα μικρό νόμισμα, επηρεασμένοι από αρχαίες δοξασίες. Έπειτα, τοποθετούσαν ένα κλωνάρι ελιάς στα σταυρωμένα χέρια του, το εικόνισμα του σπιτιού και όταν ετοιμαζότανη κάσα (φέρετρο), τον τοποθετούσαν μέσα -πάνω από σεντόνι ή κουβέρτα . Τα παιδιά αναλάμβαναν να χτυπήσουν την καμπάνα της εκκλησίας σε αργό ρυθμό ώστε να μεταδοθεί το νέο. Όσοι συγγενείς, φίλοι και γνωστοί παραβρίσκονταν  στο σπίτι του θανόντος, έφερναν και απόθεταν κερί, λιβάνι και βασιλικό. Οι ευχές αφορούσαν το νεκρό, αλλά και τους συγγενείς του:"Θεόςσχωρεσ' τον" ή "Ζωή σε λόγου σας". Ακολουθούσαν διηγήσεις αναφέροντας οι παρευρισκόμενοι τα καλά του μακαρίτη, χωρίς να λείπουν και τα αστεία. Η δράση του και η κοινωνική του ζωή αποτελούσε συχνά λόγο και σκοπό μίμησης για παρηγοριά.

 

Το τελετουργικό στον Ναό γίνονταν όπως παντού. Προείχε το θρησκευτικό αίσθημα και ο σεβασμός στο νεκρό. Οι θρήνοι και κοπετοί εξαρτώνταν από την οικογένεια και τους παρευρισκομένους. Ακολουθούσε η πορεία προς το νεκροταφείο. Μετά το κατέβασμα του νεκρού στον τάφο, θραύονταν ένα κανάτι με νερό και έριχναν συμβολικά κρασί. Ήταν παμπάλαια ταφική συνήθεια  της περιοχής, πιθανότατα από την νεολιθική περίοδο. Όλοι οι παρευρισκόμενοι έριχναν συμβολικά λίγο χώμα στον τάφο-συνήθεια που υφίσταται μέχρι και σήμερα- και σιγά-σιγά αποσύρονταν. Στο σπίτι ακολουθούσε αγιασμός και ράντισμα του σπιτιού. Το βράδυ δε μαγείρευε η οικογένεια, αλλά οι ξένοι έφερναν φαγητά, κυρίως μακαρόνια και κρασιά.

Κηδεία Καλλιόπης Τζαβέλλα.png

Ακολουθούσαν τα μνημόσυνα όπως ορίζονται από την εκκλησία. Στα "Σαράντα", δηλαδή σαράντα μέρες από την κοίμηση του ανθρώπου τους, οι γυναίκες ζύμωναν τα "ψυχούδια", μικρά ειδικά ψωμάκια που τα μοίραζαν στους συγγενείς και φίλους μαζί με βρασμένο στάρι.

Μετά το μνημόσυνο φτιάχνονταν το ψυχοκέρι που θα ετοιμαζόταν ούτως ή άλλως τη Μεγάλη Σαρακοστή για τις άλλες ψυχές, αλλά για την περίσταση προηγούνταν. Πρόκειται για ειδικό κερί φτιαγμένο από κλωστές βουτηγμένες στο κερί και έπειτα ενωμένες η μία κοντά στην άλλη. Ο κλωστές είχαν πολύ μεγάλο μήκος  για να διαρκεί το κερί πολύ, όλη τη Σαρακοστή. Φτιάχνονταν στο σπίτι, ανάβονταν την Κυριακή για τις ψυχές και το ξαναέπαιρναν στο σπίτι.

Τα ξεχώματα γίνονταν στα τρία, στα πέντε ή στα επτά χρόνια από τους ίδιους τους συγγενείς του κεκοιμημένου. Η ιεροτελεστία απαιτούσε το προσεκτικό καθάρισμα των οστών με ξύδι. Έπειτα τα έβαζαν μέσα σε μια μικρή κασέλα και τα τοποθετούσαν από το Σάββατο στην εκκλησία, ενώ την Κυριακή γίνονταν το καθιερωμένο μνημόσυνο. Μετά τοποθετούνταν στο οστεοφυλάκιο.

 

 

Μεγάλες γιορτές-Έθιμα

 

 Χριστούγεννα

Η προσμονή για τη γιορτή άρχιζε από μέρες. Η Σαρακοστή με τη νηστεία της συγχρόνως με τη δουλειά, έφερνε σε όλους κάποια σωματική εξάντληση που συνοδευόταν από ψυχική ανάταση προετοιμάζοντας πνευματικά.

Ο νοικοκύρης κάθε σπιτιού, από τις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, άρχιζε να κουβαλάει αγαθά στο σπίτι. Προηγούνταν η αγορά και το θρέψιμο του θρεφταριού με επιμέλεια, γιατί ο καλός νοικοκύρης λογαριάζονταν ανάλογα με το θρεφτάρι. Αν δεν υπήρχαν από δική τους σοδιά, αγοράζονταν και μήλα, πορτοκάλια, χρειαζούμενα για την χριστόπιτα και τα γλυκίσματα. Αποκορύφωμα της προετοιμασίας ήταν το χάλασμα(σφάξιμο)  του θρεφταριού και το ψήσιμο της χριστόπιτας που ήταν στολισμένη(ξόμπλιασμα). Φαγητά των ημερών ήταν τα λουκάνικα, οι ματιές, οι μπούμπες ή μπαμπίτσες (χοιρινό έντερο γεμισμένο με πλιγούρι και ρύζι), πηχτές, πασπαλάδες, λίπος χοιρινό και κομμάτια κρέας για σούβλισμα (σουβλιμάδες).

Παρόλο που τα Χριστούγεννα βρίσκονται πολύ κοντά στον ερχομό του νέου έτους, δεν θεωρούνταν η πρώτη γιορτή της Χριστιανοσύνης, αλλά το Πάσχα. Με τέτοια συνείδηση εορτάζονταν και σε όλη την περιοχή της Μεσσαπίας.

 

Σκαλήμπιδες

Με αυτό το όνομα στην περιοχή εννοούνται οι Καλικάντζαροι.

Σκαλήμπος =Σκαλ+πους, δηλαδή σκαλόπους = κουτσοπόδης. Σύμφωνα με τις δοξασίες είχαν ένα πόδι γαϊδουρινό και ένα ανθρώπινο πιο κοντό. Είχαν μορφή ακαθόριστη, ανθρώπινο μαύρο μαλλιαρό σώμα και άλλοτε είχαν  κέρατα  και άλλοτε όχι. Το πρόσωπό τους ήταν μαύρο από τις καπνοδόχους. Κατ' αρχήν θεωρούνταν αγαθοποιά όντα και ότι επικοινωνούσαν αόρατα με τους ανθρώπους, αλλά μερικές φορές γίνονταν κακά.

Στους Σκαλήμπιδες απέδιδε η παράδοση της περιοχής  τα δώρα της Πρωτοχρονιάς και όχι στον Αη-Βασίλη. Όμως, τα δώρα αυτά ποίκιλαν αν έπρεπε να νουθετηθούν τα παιδιά σε περίπτωση που δεν ήταν φρόνιμα, μη εργατικά ή επιμελή στα μαθήματά τους. Ακόμα, θεωρούνταν ότι βοηθούσαν τις ακαμάτρες νοικοκυρές στις δουλειές τους, πότιζαν τα ζωντανά όταν ξεχνούνταν απότιστα και άλλες δουλειές. Πολλές φορές για να δικαιολογηθούν οι  παραλείψεις των νοικοκυραίων  και οι απροσεξίες τους οι σκαλήμπιδες γίνονταν κακά πνεύματα που θέλανε να μαγαρίσουν τα σφαχτά  ή έκαιγαν τη βασιλόπιτα.

 

Πιστεύονταν ότι έρχονταν στη γη τη Σαρακοστή, έμπαιναν από τις καπνοδόχους στα σπίτια, στις στάνες και στους στάβλους. Έμεναν τις γιορτές και έφευγαν των Θεοφανείων υπό την απειλή του Σταυρού του ιερέα και τους εξορκισμούς του.

 

 Πρωτοχρονιά

Στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων του τόπου η γιορτή αυτή τοποθετούνταν μετά το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Ουσιαστικά η Πρωτοχρονιά ήταν η γιορτή του Αγίου Βασιλείου. Για το φαγοπότιέμεναν φαγητά από τη γιορτή των Χριστουγέννων, ενώ την παραμονή και την προπαραμονή ετοιμάζονταν κυρίως τα γλυκά. Η Βασιλόπιτα ήταν καθιερωμένη και άλλα συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν οι δίπλες, τα μελομακάρονα και ο μπακλαής. Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν ήταν κυρίως από δική τους σοδειά, γι' αυτό σε δύσκολα χρόνια φτώχιας η βασιλόπιτα ήταν σκέτο ψωμί, περισσότερο στολισμένη -με πέντε καρύδια σταυρωτά, κάποια καλλιτεχνήματα και αλειμμένη με χτυπημένο κρόκο αυγού- παρά γευστική.  Οι δε δίπλες ήταν πασπαλισμένες με σουσάμι ή βουτηγμένες σε μέλι με λίγο ψιλοκομμένο καρύδι από πάνω. Για το τραπέζι της ημέρας συνηθίζονταν η βραστή κότα με τα απομεινάρια των φαγητών των Χριστουγέννων. Πολλές οικογένειες θρέφανε και γαλοπούλες κυρίως για να τις πουλήσουν, αλλά και για κατανάλωση.

Ένα άλλο έθιμο της περιοχής ήταν και το ελαφρύ χτύπημα στο κεφάλι των παιδιών,πριν ξυπνήσουν, με πέτρα καθαρή και φερμένη από το ποτάμι ή το πηγάδι ή με το γουδοχέρι και ένα κλαδί ελιάς. Το έθιμο γίνονταν για να είναι γερό το παιδί και ευλογημένο, όπως το ευλογημένο δέντρο της ελιάς τη νέα χρονιά, και το αναλάμβαναν οι μητέρες ή οι γιαγιάδες.

Μετά το πρωινό ξύπνημα, τα παιδιά αναζητούσαν τα δώρα τους μέσα στις μαθητικές τους τσάντες που ήταν κρεμασμένες στον τοίχο. Τα δώρα τα έφερναν οι Σκαλήμπιδες και δεν ήταν άλλα από ξηρούς καρπούς και ένα πορτοκάλι όπου πάνω του ήταν καρφωμένο κατάλληλα ένα μεταλλικό νόμισμα, κατά προτίμηση ασημένιο. Για τη νουθεσία των παιδιών που δεν ήταν επιμελή στα μαθήματά τους ή ήταν ανυπάκουα, δεν ήταν λίγες οι φορές που λάμβαναν πέτρες και χώματα και προσπαθούσαν να αλλάξουν για να μην επαναληφθεί το ίδιο την επόμενη χρονιά.

 

 Θεοφάνεια

Πρωί-πρωί των Θεοφανείων έβγαιναν τα κορίτσια τραγουδώντας για τη γιορτή (κάλαντα), αργότερα αυτό γίνονταν την παραμονή. Ύστερα,  γίνονταν η λειτουργία και ο αγιασμός, όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, και αφού δεν υπήρχε λίμνη ή θάλασσα στο χωριό, ο Σταυρός ρίχνονταν σε κολυμπήθρα στο ναό.  Στη συνέχεια, ο ιερέας γυρνούσε στους δρόμους και τα σπίτια και τα άγιαζε. Αυτή τη στιγμή πιστεύονταν ότι με το ράντισμα του αγιασμού, έφευγαν οι Σκαλήμπιδες.

Το βράδυ των Θεοφανείων έβγαιναν στους δρόμους άνδρες και μεγάλα παιδιά τραγουδώντας. Κρατούσαν στα χέρια τους ποιμενικές αγκούλες-γκλίτσες, ραβδιά και μπαστούνια  για να προστατεύονται από το σκοτάδι, τα σκυλιά και τα γλιστρήματα αν υπήρχε χιόνι. Ακόμα παλιότερα, οι άντρες που λέγανε τα τραγούδια μαυρίζανε με καπνιά το πρόσωπό τους, ίσως για προφύλαξη, να μην τους αναγνωρίζουν οι κατακτητές.

Περνούσαν από όλα τα σπίτια και τα μαντριά του χωριού, γι' αυτό και οι τσομπάνηδες τους περίμεναν με χαρά και για να τους ευχαριστήσουν τους προσέφεραν κότες, κατσικάκια και αρνιά. Το τραγούδι που λέγανε ήταν ίδιο, όπως σε όλη την Εύβοια, αλλά ανάλογα με το προσωπικό του σπιτιού, τροποποιούσαν μερικούς στίχους. Ακόμα, οι στίχοι τροποποιούνταν με περιπαιχτικούς στίχους σε περίπτωση που δεν άρεσαν τα δώρα που τους πρόσφεραν. Την άλλη μέρα τα δώρα αυτά έμπαιναν σε κοινό τραπέζι και γλεντούσαν όλοι μαζί μια και του Αγίου Ιωάννη ήταν αργία.

 

Αποκριάτικα

Τα αποκριάτικα έθιμα δεν ήταν καθόλου συνηθισμένα στα χωριά της περιοχής και πιο πολύ τα μασκαρέματα. Πρόκειται για έθιμο που αποκτήθηκε αργότερα υπό την Ενετική επίδραση. Η διασκέδαση εκείνες τις μέρες αναφέρονταν κυρίως στη συγκέντρωση σε γειτονικά, οικογενειακά και φιλικά σπίτια ώστε να γλεντήσουν όλοι μαζί. Η κάθε οικογένεια κουβαλούσε έτοιμα τα φαγητά της, που ήταν γαλατόπιτες, τυρόπιτες στη γάστρα και ρυζόγαλα. Υπήρχε σαφής διάκριση και τήρηση της τυρινής και κρεατινής αποκριάς. Στα γλέντια της αποκριάς πρωτοστατούσαν οι γυναίκες κυρίως, ενώ τα τραγούδια ήταν χαρούμενα πεταχτά τραγούδια, μερικές φορές και πρόστυχα.

Το σαρανταήμερο που ακολουθούσε ήταν μέρες αυστηρής περισυλλογής, νηστείας και αφιερωμένες στους κεκοιμημένους με αποκορύφωμα τη Μεγάλη Εβδομάδα.

 

Λαμπρή

'Λαμπρή' ήταν η λέξη που κυριαρχούσε έναντι του 'Πάσχα' και η προσμονή της ήταν ανείπωτη για μεγάλους και μικρούς στην περιοχή. Μάλιστα, λέγεται ότι μόνο τη Λαμπρή μεγάλοι και μικροί άλλαζαν ρούχα και παπούτσια.

Η αυστηρή νηστεία και η ετοιμασία με τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου και τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας έδινε αβίαστα τη βίωση των Παθών του Χριστού και λυτρωτική την προσμονή του Πάσχα.

Το Σάββατο του Λαζάρου το πρωί, μετά την εκκλησία, τα κορίτσια  γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τα κάλαντα του Λαζάρου.

 

ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια

ήρθ’ η Κυριακή που τρων' τα ψάρια

Λάζαρε λαζαρωμένε

και με το κερί ζωσμένος

Πες μας Λάζαρε, τι είδες

‘κει στον Άδη που επήγες.

 

«Είδα πόνους, είδα φόβους

είδα βάσανα και τρόμους..

Δώστε μου λίγο νεράκι

να ξεπλύνω το φαρμάκι.

Το φαρμάκι της μανούλας

και το αίμα της καρδούλας.»

 

Τη Μεγάλη Παρασκευή -επίσης τα κορίτσια- στόλιζαν με λουλούδια τον Επιτάφιο ψάλλοντας το θρήνο της Παναγίας (σύμφωνα με την παράδοση). Το Μεγάλο Σάββατο σουβλίζονταν τα αρνιά και φτιάχνονταν τα σπληνάντερα και τα κοκορέτσια. Αντί για ψωμιά οι νοικοκυρές έφτιαχναν τις κοσώνες. Πρόκειται για λαμπριάτικες κουλούρες ζυμωμένες με γάλα και ζάχαρη που ψήνονταν στους φούρνους.

Η Ανάσταση γίνονταν στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα και η λειτουργία του Πάσχα τελείωνε στις πέντε το πρωί. Αργότερα, η συνήθεια αυτή άλλαξε με εντολή του τοπικού επισκόπου και η Ανάσταση γίνονταν τα μεσάνυχτα όπως στις πόλεις. Το απόγευμα γίνονταν όπως παντού ο εσπερινός της Αγάπης. Ακόμα παλιότερα, στον εσπερινό της αγάπης όλοι αλληλοασπάζονταν και ακολουθούσε τρικούβερτος χορός με όργανα.

Με ευλαβική προσήλωση τηρούνταν το έθιμο του χαιρετισμού "Χριστός Ανέστη"-"Αληθώς Ανέστη"  αντί για "Καλημέρα"- "Καλησπέρα" επί σαράντα μέρες.

 

Πάσχα2.png

 

 



[1]Γιώργος Αραπάκης: Ήταν ο πρώτος και ανεπανάληπτος βιολιστής που μάγεψε τις ψυχές του τόπου πενήντα ολόκληρα χρόνια. Το επίθετό του είναι  Παύλου, αλλά λόγω του χρώματος του δέρματός του έμεινε ως "Αραπάκης" . Ο ένας του ο γιός Αλέκος μεγαλούργησε ως δεξιοτέχνης στο βιολί, ενώ ο γιος του Θανάσης έπαιζε λαγούτο. Συγκεκριμένα, ο Αλέκος Αραπάκης ως δεξιοτέχνης βιολιστής έχει συμμετάσχει σε εκπομπές της Κρατικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, εμφανίστηκε στο Ηρώδειο και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, συνεργάστηκε με αξιοσημείωτα ονόματα της δημοτικής μουσικής, ενώ επί σειρά ετών συνόδευε τη Δόμνα Σαμίου σε συναυλίες της.

Σημεία Ενδιαφέροντος